Είναι πάντα συναρπαστικό ένα ταξίδι με τρένο για ανθρώπους σαν εμένα.
Ανθρώπους με λίγο θάρρος και μεγάλη φαντασία που μπορούν να γεμίσουν ώρες ολόκληρες παρατηρώντας τον κόσμο. Διαλέγω πάντα να κάθομαι σε σαλόνι τεσσάρων επιβατών και οπωσδήποτε παράθυρο.
Το τρένο ήταν παλιό, μα καθαρό, σου δημιουργούσε οικειότητα και ασφάλεια. Τα καθίσματα ήταν σε μπορντό βελούδο που όταν έπεφτε πάνω τους ο ήλιος φώτιζε τη σκόνη σαν σωματίδια σε μαγνητικό πεδίο στο διάστημα.
Τούτο τον καιρό πέρασα μια ίωση και όπως είναι φυσικό, σε τέτοιες περιπτώσεις, τάραξα από πλευράς διατροφής τις σούπες και τα κοτόπουλα. Πρέπει να έχω φάει πάνω από πέντε κοτέτσια αυτές τις μέρες! Με αφορμή αυτό το γεγονός θυμήθηκα μια ιστορία παιδικών χρόνων και επειδή ότι θυμάμαι - χαίρομαι, σκέφτηκα να την γράψω εδώ και να την μοιραστώ με όποιον από εσάς θέλει να την διαβάσει.
Με το που σταμάτησα να μπουσουλάω και άρχισα να πατάω αξιοπρεπώς στα πόδια μου, θυμάμαι τον εαυτό μου μέσα στην αυλή μας να κλωτσάει μια καφέ μικρή πλαστική μπάλα και να έχει για τέρμα την εξώπορτα η οποία ήταν ξύλινη. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα και αφού ταλαιπώρησα πολύ και την μπάλα και την πόρτα, η δεύτερη «τα έφτυσε» και έτσι την αλλάξαμε και βάλαμε σιδερένια.